Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Σιδερικά-Πτώμα-Αλκοόλ-Λεφτά-Αστυνομικοί (με αυτή τη σειρά)-"I see dead people"

Και φτάνουμε παίδες στην αποφράδα μέρα, ξέρετε ποιά, μην τα ξαναλέω και γίνομαι βαρετή.

Σύραμε λοιπόν με τον μπράδερ τα ποδάρια μας μέχρι το ρημαδο-ΚΤΕΛ και μπήκαμε στο λεωφορείο που θα μας μετέφερε στον -τελικό?-προορισμό μας. Με τα μούτρα και την κατήφεια που είχαμε κι οι δυό, είναι ν'απορείς πώς δεν μας πετούσαν κέρματα οι περαστικοί ή που δεν κάλεσαν κανένα ευαγές ίδρυμα να μας μαζέψει. ("κοίτα τα κακόμοιρα, υποβαστάζονται για να σταθούν όρθια").
Και φτάνουμε.
Αφού κατεβήκαμε με τα χίλια ζόρια, (σ.σ. ο μπράδερ έχει μια αχνή ανάμνηση τύπου να έχω γαντζωθεί από τον οδηγό και να ξεφωνίζω "δεν θέλω να κατέβωωω", αλλά αν ποτέ η παρούσα ιστορία γίνει ταινία {εδώ μέχρι κι αυτός κάνει τα παραληρήματά του ταινίες γιατί όχι κι εγώ?} δεν είμαι σίγουρη αν θα μπορέσει να αποδοθεί σωστά η σκηνή), πήραμε το δρόμο για το δρώμενο της συμφοράς.

Κι από εδώ αρχίζει το θρίλερ.
Ανεβαίνουμε τη σκάλα του σπιτιού της γιαγιάς και μπαίνουμε μέσα.

[πράγματα που μας περνούσαν από το μυαλό:
- η ζωή μας στο γρήγορο.
- ή ταν η επί τας.
- δεν είμαστε εμείς, είναι κάτι εξωγήινοι που μας κλέψαν τα σώματα.
-άραγε έκλεισα το κλιματιστικό φεύγοντας?
-φτου δεν έχω μονάδες]

Μπαίνουμε μέσα λέμε.
Μπαίνουμε.
Μπήκαμε.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ.
-----ψιθυριστές συζητήσεις που σου τρυπάνε τον εγκέφαλο, ήχοι από φλυτζανοπότηρα, σκούρα ρούχα, κεριά και λιβάνια-----

Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του 1ου level (=πέρασμα πόρτας) πάμε για το level 2: γονείς-συγγενείς.
Σφίγγουμε δόντια, προχωράμε. Τους βλέπουμε. Μας βλέπουν. Σχεδόν ακούω όρνια να κράζουν από πάνω. Μουσική.
Kαι....
Δεν συμβαίνει τίποτα. Καμία αντίδραση. Μηδέν από μηδέν, μηδέν.
Τ ί π ο τ α. Zero. Νάδα. Nothing. Rien. Κενό.
Σα να μην υπάρχουμε.
Ανακούφιση??
ΠΟΙΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ???
Πού είναι τα αίματα οέο???

Λέω, ιδέα μας θα είναι, δεν μας παρατήρησαν καλά, τώρα θ'αρχίσει το κράξιμο.
Και περιμένουμε.
Και να πηγαινοέρχονται οι καφέδες.Και να μπαινοβγαίνει κόσμος. Και να τα συλλυπητήρια και τα "ζωή σε λόγου μας".
Ούτε ένα σχόλιο.Ούτε ένα υπονοούμενο.Ούτε ένα επικριτικό/περίεργο/εύφλεκτο βλέμμα.
Δεν ήταν φυσιολογικό.
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟ.
-Καφέ? -Όχι ευχαριστώ [πού να κρατήσω καφέ που με είχε πιάσει τρέμουλο 6,5 ρίχτερ στο χέρι και στο νευρικό σύστημα γενικότερα]
Και ξαφνικά αρχίζουν οι συνειρμοί.Άμα βλέπεις πολλές ταινίες αυτά παθαίνεις.Κι εμένα αρχίσαν να μου έρχονται στο μυαλό κάτι ταινίες που κόσμος πήγαινε κι ερχόταν και συζητούσε και στο τέλος διαπιστώναν ότι κανονικά οι μισοί δεν θα 'πρεπε καν να βλέπουν τους άλλους μισούς διότι ήταν φαντάσματα.[το τρέμουλο αυξάνεται κάτι μονάδες]
Και πάνω που είμαι έτοιμη να αρπάξω την αγιαστούρα του παπά και ν'αρχίσω να ουρλιάζω έξαλλη: "666, πίσω και σας έφαγααααα!!!!".....
.....κάποιος λέει τη μαγική λέξη:
"Ταβέρνα"

[τώρα αυτό πώς γίνεται σ'αυτό το κρατίδιο όλα μα όλα είτε χαρά, λύπη, ανακαίνιση, μπότοξ, πτυχίο, μα όλα να καταλήγουν σε φαγοπότι μόνο εμείς κι αυτοί το ξέρουμε, άλλο μεγάλο θέμα αυτό].

(to be continued)




Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Σιδερικά-Πτώμα-Αλκοόλ-Λεφτά-Αστυνομικοί (με αυτή τη σειρά)-the beginning

Προτού πεταχτούν οι κύκνοι και τα φαντάσματα άλλων ποστ κι αρχίσουν να απαιτούν πνευματικά δικαιώματα κτλ. κι επειδή καλό-χρυσό το θρίλερ αλλά μέχρι κι ο Ταραντίνο το γύρισε στο γουέστερν, ας μεταφερθούμε παίδες στην προιστορική εποχή όπου η ηλικία της αγαπητής blogger ξεκινούσε από 2-, νούμερο που της επέτρεπε να κάνει πολλά πράγματα χωρίς πολλή σκέψη.
Όπως piercing στη μύτη.
Γεγονός που δεν θα εκτιμούσαν καθόλου οι γονείς, των οποίων η φαντασίωση ενός άλλου είδους σιδερικoύ, κυκλικού σχήματος, κατά προτίμηση περασμένο στο δεξί παράμεσο της blogger σίγουρα θα ερχόταν σε σύγκρουση με το μέταλλο που εξείχε από το δεξί ρουθούνι.
Η απόσταση από το πατρικό ήταν άκρως βολική, με συχνότητα συνάντησης των 2 πλευρών σε κάθε πέρασμα του κομήτη Χάλευ (πιθανότατα ο κομήτης να περνούσε και συχνότερα).
Στη 2η πλευρά (την τρυπημένη ντε!) να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω και τον έτερο γόνο της οικογενείας και συγκάτοικο εκείνη την εποχή (θα αναφέρεται στο εξής ως μπράδερ) και που μαζί είχαμε τη φαεινή ιδέα να ενισχύσουμε τον κυρ-Νίκο με το pierco-μάγαζο στη Ναυαρίνου.

Και πέρναγε ωραία ο καιρός.

Μέχρι τη μέρα που, εκεί που αράζαμε με τον μπράδερ, χτύπησε το τηλέφωνο.
Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο 5 πράγματα ήταν βέβαια:
1) κηδευόταν ο παππούς και
2) έπρεπε οπωσδήποτε να εμφανιστούμε
2) και οι δύο
3) όχι απλά μπροστά στους γονείς
4) αλλά και σε όλο το σόι
5) με τα ολοκαίνουργιά μας piercing.

[Αφού δεν αρχίσαμε τότε το κάπνισμα, δε θα το αρχίσουμε ποτέ.Λέμε τώρα.]