Καθόσουν ακίνητη για ώρες, μέρες, μήνες.
Χωρίς να υπάρχει λόγος -ή μήπως υπήρχε;
Θα έλεγε κανείς πως το απολάμβανες. Και ίσως αυτή να ήταν η αλήθεια.
Σπάνια συνέβαινε κάτι που θα σε έβγαζε από την ακινησία.
Αλλά κανένα κίνητρο δεν ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να βγεις εντελώς από αυτήν.
Ήταν δεύτερη φύση; Βολική συνήθεια; Αναπόφευκτη απόλαυση;
Ούτε εσύ ήξερες πια.
Ούτε σε ενδιέφερε να ξέρεις πλέον.
Καμιά φορά, συνήθως τις νύχτες, αναρωτιόσουν πώς θα ήταν, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς.
Αν έβγαινες από αυτή την κατάσταση.
Και η σκέψη έφευγε ακριβώς όπως ήρθε, ξαφνικά κι απροειδοποίητα.
Άλλωστε η άλλη κατάσταση δεν σου έλειπε καν.
Πώς να επιθυμήσεις κάτι που δεν σου λείπει;
Ύστερα αναγκάστηκες να προχωρήσεις.
Απρόθυμα και κυρίως βίαια.
Αλλά το επέλεξες.
Συνειδητά ή λιγότερο-τι σημασία είχε πια;
Όμως ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι μετά από αυτό θα ζούσες άλλη μια ακινησία: μέσα στην ήδη υπάρχουσα, την ολόδική σου.
Απίθανο, οριακά βιώσιμο, αλλά πλήρως πραγματικό.
Αλλά να θυμάσαι.
Το επέλεξες.